Tuesday, May 15, 2007
Η ελληνική μουσική μετά τον Σκαλκώτα
Monday, May 7, 2007
Τα μουσικά μας βιώματα κι οι εθνικές μας φαντασιώσεις
Στην αναγνώριση του έργου των καταξιωμένων συνθετών μας κρύβεται και μία (μία ακόμα) εθνική φαντασίωση. Για να προχωρήσουμε πέρα από τη μετριότητα καλό είναι να ξεκινήσουμε από την αναγνώρισή της. Χωρίς πλέγματα κατωτερότητας ή υπεροψία ας παραδεχτούμε ότι η καταξίωση των “μεγάλων μας” εξυπηρέτησε και εξυπηρετεί περισσότερο την ανάγκη δημιουργίας και συντήρησης κάποιων, αναγκαίων ενδεχομένως, εθνικών προτύπων και μύθων παρά βασίζεται σε αμιγώς μουσικά κριτήρια.
Στην ουσία, ως έθνος στερηθήκαμε την εμπειρία σχεδόν όλης της περιόδου της κοινής ευρωπαϊκής μουσικής πρακτικής. Δεν μεγαλώσαμε μαζί με την Ευρώπη. Ακούγαμε γι’ αυτήν, αλλά ουσιαστικά τη συναντήσαμε ώριμη πλέον, λένε μάλιστα πως πρόκειται για την τρίτη ηλικία της. Στις δυτικές μας καταβολές υπάρχει ένα κενό αιώνων, κατά τη διάρκεια των οποίων οικοδομήθηκε ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός. H δόμηση του πολιτισμού αυτού μπορεί σήμερα να μελετάται από τους νεοέλληνες ως ιστορία, αλλά ποτέ δεν ενεγράφη ως βιωματική εμπειρία στο εθνικό μας DNA. Ξαφνικά, ο συμπατριώτης μας του δέκατου ένατου αιώνα ανακάλυψε τη φορεσιά του διαφωτισμένου Ευρωπαίου, τη ζήλεψε, κι αποφάσισε να φορέσει κουστούμι. Αλλά κατά το κοινώς λεγόμενο, τα ρούχα σπανίως καταφέρνουν να κρύψουν την καταγωγή. Η δική μας μουσική κληρονομιά προέρχεται κυρίως από συγγενείς μας στο Βυζάντιο, τα Βαλκάνια και τη Μικρασία. Και όπως θα περίμενε κανείς, οι πιο ευνοημένες κληρονόμοι ήταν η θρησκευτική, η δημοτική και η λαϊκή μας μούσα. Ο έτερος των κληρονόμων, ο λόγιος, που είχε τα μάτια στραμμένα στους Ευρωπαίους θείους παρέμεινε δυστυχώς φτωχός συγγενής! Όχι πως δεν υπήρχε κι εκεί τεράστια περιουσία να κληρονομήσει, αλλά εκεί υπήρχε και σκονισμένο χαρτομάνι, κι ογκώδεις φάκελοι που έπρεπε να μελετηθούν σε σκοτεινούς διαδρόμους κι έτσι ο προσανατολισμός έμοιαζε να βασίζεται σε οδηγό γραμμένο από τον Κάφκα. Επόμενο ήταν, οι δικοί μας, απροετοίμαστοι κι ανυποψίαστοι, μαθημένοι στο φως, ράθυμοι κι εξωστρεφείς να χάνονται πιο εύκολα σε κείνες τις δαιδαλώδεις στοές, όπου έχαναν συχνά και την ψυχή τους.
Με βαρύ ακόμα το στομάχι από το ιμάμ-μπαϊλντί τρέξανε να ανέβουν σε τρένα που έσερναν δυνατές γερμανικές ιταλικές και γαλλικές ατμομηχανές και τις περισσότερες φορές το μόνο που κατάφεραν ήταν να επιβιβαστούν λαχανιασμένοι σε καμιά σκευοφόρο. Απ’ αυτούς, αρκετοί έστρεψαν το βλέμμα πίσω, όχι από πραγματική αγάπη ή νοσταλγία για τα χώματα που έθρεψαν τις ρίζες τους, αλλά μάλλον ως θεατρική χειρονομία επίδειξης της εθνικής μουσικής τους ταυτότητας που από τότε λειτουργούσε και ως διαβατήριο. Στους έξω παρουσίαζαν τους εαυτούς τους ως πιστούς ακόλουθους του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που διέθεταν το επιπλέον το προσόν της απ’ ευθείας καταγωγής από τους αρχαίους θεμελιωτές του, πρόθυμοι πάντα να παζαρέψουν με ανατολίτικη πονηριά την τιμή του τοπικού φολκλόρ προσφερόμενου ως αντιπαροχή για μια θεσούλα στην πρωτοπορία. Στους μέσα επιδείκνυαν τους τρόπους και τον αέρα ενός ήδη Ευρωπαίου που παρέμενε όμως πάντα πατριώτης, μοστράροντας τους αδιάρρηκτους δεσμούς με την ντόπια παράδοση τόσο προκλητικά και αδέξια ώστε να διερωτάται κανείς τι ακριβώς είναι αυτό που επιζητά τη σύνδεση μ’ αυτή την παράδοση, τι υπάρχει στην προσκείμενη άκρη αυτού του δεσμού!
Οι ποικίλες συνιστώσες, δημώδεις, λαϊκές και βυζαντινές, αυτού που με μια λέξη περιγράφεται σήμερα ως ελληνική μουσική παράδοση ποτέ δεν αφέθηκαν να παίξουν τον πραγματικό τους ρόλο στη διαμόρφωση μιας πειστικής νεοελληνικής έντεχνης μουσικής πρότασης, όχι “εθνικής” σώνει και καλά, αλλά πάντως με αυθεντικότερα στοιχεία εντοπιότητας από εκείνα που προέβαλε η ομώνυμη σχολή. Έτσι, αντί να φτάνει στα αυτιά μας το αποτέλεσμα της αφομοίωσης των στοιχείων αυτών από το ατομικό και συλλογικό μας ασυνείδητο, μας σερβίρεται έκτοτε ως ελληνικότητα η συνειδητή έκθεση αυτούσιων παραδοσιακών θεμάτων που ούτε επηρεάζουν ούτε επηρεάζονται από τίποτα. Αντί να απολαμβάνουμε τα αρώματα από τη μακρόχρονη ωρίμανση των ντόπιων καρπών που αφήνουν αργά τις ουσίες τους να αλληλεπιδρούν με τα αποστάγματα της έντεχνης δυτικής μουσικής και την αμοιβαία μετουσίωσή τους σε πλουσιότερες νεοπαγείς μουσικές οντότητες ζήσαμε τη απαγωγή της ίδιας της παράδοσης από το φυσικό χώρο έκφρασής της, το μασκάρεμά της σε κυρία των σαλονιών και τη μεταφορά της στην αίθουσα συναυλιών παρουσιαζόμενης εν μέσω τελετουργιών που πάντα απαιτούν επίσημο ένδυμα.
Είναι συζητήσιμο το κατά πόσο η τεχνική επάρκεια είναι αρκετή για να περισώσει την ποιότητα έργων που βρέθηκαν τόσο κοντά στον ορισμό του "έθνικ"κιτς. Μια τέτοια επάρκεια συνήθως διασώζει μόνο το συνθέτη εφόσον πιστοποιείται μέσω ικανού αριθμού έργων του. Όχι όμως το ίδιο το υπό κρίσιν έργο. Και όντως υπάρχουν συνθέτες με τέτοια επάρκεια. Αλλά δυστυχώς αυτή δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί κάποιος μεγάλος. Ούτε τα εθνικά οράματα αρκούν από μόνα τους, ούτε βέβαια τα διεθνή βραβεία! Είναι η διεισδυτικότητα του ίδιου του έργου, πρώτα και κύρια σε βάθος και ύστερα σε πλάτος που έχει σημασία. Κι αυτή είναι ανάλογη όχι απλώς της ευστροφίας, της διάθεσης για διανοητικές περιπέτειες, της θεματικής του και της τεχνικής επιδεξιότητας που επιδεικνύεται αλλά και του πλούτου του ψυχικού φορτίου που το έργο φέρει.
Βέβαια αν αυτά αφορούσαν το δράμα της λεγόμενης εθνικής μας σχολής μόνο, τότε το κακό θα ήταν περιορισμένο. Το δυστύχημα είναι πως από την άλλη, πολλοί από τους Έλληνες συνθέτες που δεν περιέπεσαν στο συγκεκριμένο ολίσθημα, είναι και εκείνοι οι επιβάτες των τρένων της Ευρώπης οι οποίοι δεν καταδέχτηκαν να κοιτάξουν ποτέ πίσω, διαπίστωση που αποτελεί ίσως θέμα μιας πιθανής μεταγενέστερης συζήτησης, συναρτώμενης με όσα εδώ ελέχθησαν.
Saturday, March 3, 2007
ΞΕΝΑΚΗΣ Περί Μουσικής
Οι ρετρό μόδες είναι θανατηφόρες εκφράσεις. Και αυτοί που τις ασκούν δεν βλέπουν πλέον καθαρά ή είναι εκ γενετής τυφλοί.
Η μουσική ( και η τέχνη ) δρουν στο πολιτικό-κοινωνικό πεδίο με τρόπο έμμεσο και μυστήριο. Οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο καλλιτεχνικό πεδίο και το περιβάλλον είναι πρακτικώς άγνωστες και θα ήταν ανόητο και επικίνδυνο να τις καπελώσουμε με ένα κάποιο δόγμα.
Thursday, February 22, 2007
Ημερολόγια Νέας Μουσικής
Άλλο ένα βήμα προς την αποξένωση θα πούνε οι φοβικοί διαδικτυοκλάστες. Όμως εμείς προσερχόμαστε με την ίδια χάρη και στα καφέ και στις συναθροίσεις και σπεύδουμε στα ταβερνεία όχι υποχρεωτικά λιμοκτονούντες αλλά ως εκ πεποιθήσεως σύνδειπνοι,
αν και προερχόμενοι συχνά από συναυλίες σύγχρονης μουσικής, με τα γνωστά συμπτώματα που αφήνει η παρατεταμένη παραμονή σε κλειστούς χώρους όπου διεξάγονται πειράματα σχετικά με τις μορφές που μπορεί να πάρει η κενότητα
δηλαδή εκεί όπου το περιεχόμενο αποτελεί παραπροϊόν της συνθετικής παραγωγικής διαδικασίας, ο δε στοχασμός υπάρχει μόνο ως αποκύημα επίδειξης πνευματικής ευρωστίας.
Λοιπόν το ελλειμματικό ενεργειακό μας ισοζύγιο είναι αδύνατον να ενισχυθεί μόνο με βρώσιμες πηγές ενέργειας! Που σημαίνει πως όταν ο μοντερνισμός αναλώνεται συστηματικά σε στοχαστικούς μηρυκασμούς και οι μεταμοντέρνες σούπες σερβίρονται πιο άνοστες από ποτέ, οι υπάρχοντες χώροι στέγασης των πνευματικών μας ανησυχιών οφείλουν να μοιραστούν τη χαρά της φιλοξενίας με τουλάχιστον ένα επιπλέον σταυροδρόμι πνευματικών συναντήσεων που θα υποστηρίζει τον γραπτό λόγο και θα σχεδιάζει δολιοφθορές που μόνο αυτός είναι ικανός να προξενήσει.
Κι αυτό γιατί ο γραπτός λόγος, επικεντρωμένος στη συντακτική οργάνωση του σημασιακού του περιεχομένου, αντίθετα από τον προφορικό που μπορεί εύκολα να αποκεντρωθεί και λόγω εξωτερικών παραγόντων και εξαιτίας της χρήσης παραγλωσσικών εκφραστικών μέσων, είναι ίσως καταλληλότερος να επωμιστεί το βάρος μιας νηφάλιας ανταλλαγής απόψεων ή άσκησης κριτικής. Πόσο μάλλον όταν οι πιθανές αυθαιρεσίες του μουσικοκριτικού λόγου δεν οφείλονται μόνο στην αντικειμενική δυσκολία αναφοράς σε ένα ούτως ή άλλως άρρητο περιεχόμενο - έστω και με σαφώς περιγράψιμη μορφή - αλλά συνήθως πολλαπλασιάζονται εξ αιτίας περιβαλλοντικών παραγόντων δηλαδή από την τοποευπαθή και χρονοευπαθή διαδικασία παραγωγής του προφορικού είδους.
Αλλά τότε γιατί να μην καταφύγει κανείς σε κάποιο από τα υπάρχοντα περιοδικά ή ίσως στη λύση της δημιουργίας ενός νέου; Είναι αλήθεια ότι οι έντυπες μορφές μας προσφέρουν μοναδικές απτικές οσφρητικές και οπτικές απολαύσεις μαζί ίσως με την ανομολόγητη ικανοποίηση της κτήσης του υλικού αντικειμένου. Έχουν όμως και μειονεκτήματα έναντι των ηλεκτρονικών μορφών.
Πρώτον, έχουν πολύ υψηλότερο κόστος.
Δεύτερον, υποφέρουν από την περιοδικότητά τους που σημαίνει ότι κάθε δημοσίευση πρέπει να περιμένει μέχρι τη στιγμή της έκδοσης.
Τρίτον, υποφέρουν πάντα από έλλειψη χώρου.
Τέταρτον, η έλλειψη χώρου μπορεί να χρησιμεύσει ως άλλοθι.
Πέμπτον, τα περιθώρια για εκ των υστέρων διόρθωση ή ανασκευή του περιεχομένου είναι μηδαμινά.
Έκτον, οι συντακτικές ομάδες και η αρχισυνταξία είναι κάποτε επιρρεπείς σε αυθαιρεσίες διαλογής και περικοπής κ.α.
Καλούμε λοιπόν τον συνάδελφο μουσικό, τον φίλο και τον υποψιασμένο περαστικό αναγνώστη να συνεισφέρει την προσωπική του κατάθεση σκέψης και εμπειρίας σ’ αυτό το κοινό μουσικό ημερολόγιο συμμετέχοντας σε μια διαρκή τηλεδιάσκεψη που θα προσπαθήσουμε όλοι να κρατήσουμε ενδιαφέρουσα και που - ποιος ξέρει - θα μπορούσε κάποια στιγμή να καταλήξει σε ένα ακόμα καλύτερο συμπόσιο!